Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

"Eπώνυμοι" στην πρώτη γραμμή το 1940




Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της εποχής έδωσαν το παρών στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940-1941.

Ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς ("Αργώ") για να τον δεχτούν ως εθελοντή, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ως "μέσο" τον στρατηγό Σέργιο Γυαλίστρα. Ο Οδυσσέας Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στην πρώτη γραμμή ("Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας"). Ο λογοτέχνης Ανδρέας Καραντώνης, ο ακαδημαϊκός Άγγελος Βλάχος ("Το Μνήμα της Γριάς"), οι συγγραφείς Άγγελος Τερζάκης ("Ελληνική Εποποιία 1940-41"), Λουκής Ακρίτας ("Οι Αρματωμένοι"), Γιάννης Μαγκλής, Διονύσιος Ρώμας (μετέπειτα βουλευτής), ο πολιτικός και υπουργός Γεώργιος Καρτάλης, ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, οι τενόροι Γ. Τουμπακάρης (έπεσε μαχόμενος ηρωικά) και Κώστας Σάμιος, οι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου και Γιάννης Τσαρούχης (κρατούσε πάντα στα χέρια του μια δική του εικόνα της Παναγίας), οι ηθοποιοί Λάμπρος Κωνσταντάρας (τραυματίστηκε σε μάχη και όταν ανάρρωσε ζήτησε να τον ξαναστείλουν στην πρώτη γραμμή), Διονύσης Παπαγιαννόπουλος (έφεδρος ανθυπολοχαγός στην πρώτη γραμμή), Ντίνος Ηλιόπουλος (ασυρματιστής του πυροβολικού), Παντελής Ζερβός (λοχίας στην πρώτη γραμμή), Νίκος Σταυρίδης (τραυματιοφορέας), Λυκούργος Καλλέργης, Θάνος Κωτσόπουλος, Μάνος Κατράκης, Στέλιος Βόκοβιτς, Γκίκας Μπινιάρης, Νάσος Χριστογιαννόπουλος, Φρίξος Θεοφανίδης, Μάκης Τζίνης, Στέφανος Πήλιος. Όλοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, προσφέροντας υπηρεσίες και ψυχή στα ελληνικά όπλα. Δύο γενναίοι ηθοποιοί που σκοτώθηκαν ήταν οι Δήμος Αυγείας και Πάνος Παπακυριακόπουλος (ο γνωστός ως Πάνος Ντόλης).

Η συμμετοχή αυτών των ανθρώπων -και άλλων πολλών, γνωστών και μη- στις τάξεις του ελληνικού στρατού, σε έναν πόλεμο ενάντια στο φασισμό και τον ολοκληρωτισμό, παραμένει περιορισμένα γνωστή στους σύγχρονους Έλληνες. Είθε ο ιστορικός χρόνος να φωτίσει περισσότερο και αυτές τις πτυχές των πνευματικών ανθρώπων της χώρας μας, προκειμένου οι νεότεροι να βρίσκουμε απτά παραδείγματα μεγαλείου ψυχής, αλλά και υπεύθυνης στάσης σε ώρες δύσκολες για τη χώρα μας.


Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η δολοφονία του Καποδίστρια



Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 δολοφονείται στο Ναύπλιο ο κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας.


Ο κυβερνήτης δολοφονήθηκε έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Δράστες ήταν ο Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδελφός και γιος του ηγέτη της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, αντίστοιχα.

Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο, στις μεταξύ τους συζητήσεις, δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας ή απλώς της ανατροπής του κυβερνήτη.

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδερφός του, Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Καποδίστρια μετέφερε ο αδερφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας. Ως κυβερνήτης, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Πάντειο Πανεπιστήμιο: Όλη η ιστορία σε ένα μουσείο



Στις 18 Νοεμβρίου του 1930 τελέστηκαν τα εγκαίνια της τότε Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Ήταν η πρώτη σχολή πολιτικών επιστημών που ιδρύθηκε στην Ελλάδα, στο πρότυπο της Ελευθέρας Σχολής Πολιτικών Επιστημών των Παρισίων, στην οποία είχαν φοιτήσει -σε άλλη χρονική στιγμή ο καθένας- οι δύο ιδρυτές της Παντείου, ο Αλέξανδρος Πάντος και ο Γεώργιος Φραγκούδης.

Στις 30 Ιουνίου 2014 η πολυετής ιστορία προσφοράς στην ακαδημαϊκή ζωή της χώρας και στην εξέλιξη των πολιτικών επιστημών βρήκε επιτέλους τη θέση που της αναλογεί, στο νέο Μουσείο Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου "Γεώργιος Φραγκούδης", το οποίο εγκαινιάστηκε σε μια ιδιαίτερα συγκινητική και μεστή τελετή. Το μουσείο βρίσκεται στον πρώτο όροφο του παλαιού κτηρίου της σχολής, ενώ φιλοδοξία των παρουσών πρυτανικών αρχών είναι όλο το παλαιό κτήριο να μετατραπεί κάποια στιγμή σε βιβλιοθήκη και οι διοικητικές υπηρεσίες να μεταφερθούν στην Πτέρυγα Στασινόπουλου.

Πάντος και Φραγκούδης

Ο Αλέξανδρος Πάντος ήταν εκείνος που με τη διαθήκη του κληροδότησε την περιουσία του στο ελληνικό κράτος ώστε να ιδρυθεί ανώτατη σχολή πολιτικών επιστημών που θα φέρει το όνομά του. Εκείνος όμως που συνέλαβε, οργάνωσε και υλοποίησε το όλο εγχείρημα ήταν ο Κύπριος Γεώργιος Φραγκούδης. Καταγόμενος από ιστορική οικογένεια της Λεμεσού, Σπούδασε Νομι­κά στην Αθήνα και Πολιτικές Επι­στήμες στο Παρίσι. Κοσμογυρισμένος, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δημοσιογραφεί και εμπλέκεται στην πολιτική. Το Δεκέμβριο του 1923 εκλέγεται πληρεξούσιος Αθηνών και Πειραιώς. Μέσα στην Εθνοσυνέλευση ήταν αρχηγός ομάδας μεταρρυθμιστών. Εξέδιδε άλλωστε- μαζί με τον Κουτούπη- την εφημερίδα η «Μεταρρύθμισις». Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου.

Ο ίδιος έγραψε:
"Τον Οκτώβριο του 1891 γράφτηκα στην Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών [στο Παρίσι], όπου ακολούθησα διάφορα μαθήματα όλων των τμημάτων...

Από τότε που ήρθα στην Αθήνα είχα την ιδέα της εθνικής αποστολής. Κατάλαβα όμως ότι με την πολιτική και με τον χαρακτήρα που είχα δεν μπορούσα να φτάσω εκεί που ήθελα. Κατέληξα στην ιδέα ότι έπρεπε να ιδρύσουμε μία Σχολή Πολιτικών Επιστημών για τη μόρφωση της 'ιθυνούσης τάξεως'...

...Κατώρθωσα ένα απίστευτο πράγμα. Να ιδρύσω σε λίγα χρόνια την πρώτη στην Ελλάδα Ανώτερη Σχολή μορφώσεως, την Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών...

Κατάγινα ιδιαίτερα στην διακόσμησι του κτηρίου. Πήρα την γνώμη όλων των ειδικών για να διορθώσωμεν τα σφάλματα και να διακοσμήσωμεν εσωτερικά το κτήριο κατά τρόπον ελληνοπρεπή....

Επειδή χρήματα για βιβλιοθήκη δεν περίσσευαν, δάνεισα τη δική μου βιβλιοθήκη και μάζεψα απ' εκεί κι απ' εδώ ό,τι μπόρεσα βιβλία...

Την 18ην Νοεμβρίου 1930 ετελέσαμεν τα εγκαίνια της Σχολής...

Η συρροή των μαθητών ήτο αρκετά ενθαρρυντική, μα τα χρήματά μας όλα είχαν τελειώσει. Στο μεταξύ είχεν αποθάνει ένας καλός Βολιώτης, ο Αλέξανδρος Πάντος, ο οποίος είχε την ευτυχή έμπνευσι, προαισθανόμενος τον θάνατό του, αν και πολύ νέος, να γράψη διαθήκη και ν' αφήση όλην του την περιουσίαν για την ίδρυσι Σχολής Πολιτικών Επιστημών σαν εκείνη του Παρισιού που είχε σπουδάσει...

Η Σχολή λειτούργησε σαν αγγλικό Κολλέγιο, με τάξι, αυστηρότητα κι επιστήμη.

...Δεν κατώρθωσα να γίνω πλούσιος. Όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες, μα γιατί η ιδέα που με βασάνιζε ήταν αντίθετη προς την ιδέα του πλουτισμού. Ο σκοπός της ζωής βρίσκεται στον αγώνα και στον προορισμό που τάσσει κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, ή όπου η φύσις τον τάσσει.

Είχα βάλει για την ίδρυση και οργάνωση της Σχολής αυτής όλην την ικανότητα και την αρετήν μου. Έπρεπε αυτό να είναι το τελευταίον έργον μου".

Την εκτέλεση της διαθήκης του Αλεξάνδρου Πάντου ανέλαβε προσωπικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος και τέλεσε τα εγκαίνια της σχολής και έγινε επίτιμος διδάκτοράς της.


Η Ιστορία της Σχολής

Οι καθηγητές της πρώτης περιόδου έβαλαν τις βάσεις για την Σχολή, που είχε από την πρώτη στιγμή ένα πολύ πλούσιο και ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής πρόγραμμα: Διεθνές δίκαιο δίδασκαν οι διεθνούς φήμης διεθνολόγοι Καλογερόπουλος – Στράτης, Στέλιος Σεφεριάδης και αργότερα Γ. Τενεκίδης. Φιλοσοφία δίδασκε ο Ι. Θεοδωρακόπουλος και ο Λούβαρις, Διοικητικό Δίκαιο ο Μ. Στασινόπουλος και ο Γ. Παπαχατζής, Δημόσιο Δίκαιο ο Γ. Βεζανής και αργότερα ο Γ. Δασκαλάκης. Διδασκόταν όμως και οικονομική γεωγραφία από τον Αριστ. Καλλιαβά, με ιδαίτερη έμφαση  σε θέματα όπως η γεωπολιτική, που τότε δεν ήταν κοινής χρήσεως όρος. Οικονομία  δίδασκε ο Άγγελος Αγγελόπουλος και αγροτική οικονομία ο Χρυσός Ευελπίδης. Κοινωνική βιολογία δίδασκε ο γιατρός Δημοσθένης Ελευθεριάδης και το περιεχόμενο του μαθήματος αφορούσε στους νόμους της κληρονομικότητας, την γενετική, το δημογραφικό πρόβλημα και τον γενετικό εκφυλισμό – ήταν, ίσως το πιο ασυνήθιστο μάθημα. Ιστορία σε ιδιαίτερη έκταση και πολιτισμό δίδασκε ο Ζακυθηνός. Εγκληματολογία  ο Γαρδίκας και αργότερα ο Παπαζαχαρίου, ο οποίος την συνέδεσε με την ιατροδικαστική, που διδασκόταν στην ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών, και με την ανακριτική, που διδασκόταν από αξιωματικό της Αστυνομίας. Η Σχολή δείχνει γρήγορα την διάθεσή της για εξάπλωση: Ήδη το  1952 αποφασίζει τη ίδρυση δημοσιογραφικού τμήματος, το οποίο θα ιδρυθεί πενήντα χρόνια αργότερα. Το έτος  1954-55 λειτουργούν δύο τμήματα: Το πολιτικο - ιστορικό και το οικονομικο-κοινωνικό. Η δια βίου μάθηση αποτελεί επιδίωξη της Σχολής ήδη κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας της. Ήδη το έτος 1954 λειτουργούν ελεύθερα φροντιστήρια:
 ► Δημοσιογραφικών Σπουδών
► Κοινωνικής πρόνοιας
► Δημόσιας Διοίκησης και
► Διεθνών Σπουδών,

Ήδη το 1931 η Πάντειος Σχολή έχει εκδώσει Ψήφισμα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι φοιτητές της συμμετέχουν στα γεγονότα του 1954, με την Ένωση Φοιτητών της Σχολής να συνδέεται με την Πανσπουδαστική Ένωση Κυπριακού Αγώνος.  Το 1956 γίνεται εκδήλωση μνήμης για τους εθνομάρτυρες Καραολή και Δημητρίου.Η Σχολή είναι παρούσα σε όλα τα πολιτικά γεγονότα με τους φοιτητές και τους καθηγητές της. Η στήλη για τον πεσόντα φοιτητή στα γεγονότα του Πολυτεχνείου βρίσκεται έξω το Αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργα» και αποτελεί κατάθεση μνήμης για τον αείμνηστο καθηγητή, που υπερασπίστηκε με λόγια και έργα τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις και επέστρεψε από τη φυλακή με τη μεταπολίτευση.  Η πλακέτα στον πεζόδρομο θυμίζει τη νεαρή παντειακή φοιτήτρια Σωτηροπούλου  και τα ιδανικά της.  Την τελευταία τριακονταετία η Σχολή και ως Πανεπιστήμιο έκανε πολλά βήματα για να συνδεθεί με την διεθνή κοινότητα.  Το Πανεπιστήμιο εισήγαγε πρώτο το πρόγραμμα Erasmus και συνεργάσθηκε με άλλα πανεπιστήμια στο πλαίσιο ερευνών. Ειδικότερα στον τομέα της ανθρωπολογίας. Το προσωπικό της Σχολής συνεχίζει να έχει παρουσία σε διεθνείς οργανισμούς, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στην Ευρωπαίκή Ένωση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Διεθνή Οργάνωση Υγείας, στην UNESCO.


Στο μουσείο που εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 2014 από τις πρυτανικές αρχές βρίσκει κανείς σπάνια εκθέματα από την πορεία φοιτητών και ακαδημαϊκών που πέρασαν και άφησαν το στίγμα τους στο ίδρυμα. Πορτραίτα επιφανών ακαδημαϊκών, παλαιά πτυχία, επετηρίδες, αιτήσεις εγγραφής εν καιρώ πολέμου (!) και πάρα πολλά άλλα μικρότερα και μεγαλύτερα ιστορικά αντικείμενα. Τον εξωτερικό χώρο του μουσείου κοσμούν οι προτομές των ιδρυτών Πάντου και Φραγκούδη, καθώς και εκείνη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το μουσείο ιδρύθηκε επί Πρυτανείας Γρηγόρη Τσάλτα και Αντιπρυτάνεων: Ισμήνης Κριάρη, Ευάγγελου Πρόντζα και Στυλιανού Περράκη, στις 30 Ιουνίου 2014.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου



Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Σαμψούντας του Πόντου. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε την έναρξη της δεύτερης φάσης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου που στοίχισε τη ζωή σε 353.000 Έλληνες.

Στη συνολική της έκταση, η γενοκτονία έλαβε χώρα από 1914 μέχρι το 19123 και εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή σε 213.000-368.000 Έλληνες. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το Ελληνικό Κράτος και την Αυστραλία αλλά και από διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

Θεωρείται μία από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε εις πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα, η δίψα και τα τάγματα εργασίας (τουρκ. αμελέ ταμπουρού) στην έρημο, που ουσιαστικά αποτελούσαν στρατόπεδα θανάτου.

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον του ελληνικού ποντιακού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήτοι των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Κατόπιν εισήγησης του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994 και ψήφισε την κήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο».


Βιβλιογραφία σχετική με τη Γενοκτονία

  • Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού, Ιστορία-Λαογραφία-Πολιτισμός, τ.Γ, έκδοση Μαλλιάρης-Παιδεία.
  • Α.Ι.Αιγίδη "Η Ελλάς Χωρίς Τους Πρόσφυγας" , έκδοση Ι.Αλευρόπουλου & ΣΙΑΣ, Αθήνα 1934.
  • Πρωία Θράκης, Α. Αντωνιάδου, Κομοτηνή, αρ.φ. 781, 28.7.60., Ι. Κανδηλάπτου-Κάνεως, Διευκρίνησις των ονομαισιών Πόντιοι-Λαζοί.
  • Μαριάννα Κορομηλά, Οι έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα, από την εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του 20ου αιώνα, Πανόραμα. Αθήνα 1991.
  • Ι Σαλτσή, Και πάλι για τους Πόντιους και τους Λαζούς, εξ οικείων τα βέλη-αδέσποτα όμως, Ποντιακή Εστία, έτος 11ον, τ.130-132, 1960.
  • Ι. Κανδηλάπτου, Εθνολογικά μελετήματα, Βήματα προς την αλήθειαν, Ποντιακή Εστία, έτος 12ον, τ.133-134, 1961.
  • Διαφωτιστικόν φυλλάδιον, Περί της χωριστής εθνότητος των Λαζών. Περί της χωριστής εθνότητος των Λαζών εντελώς ξένης προς τους Ελληνοποντίους, Θεσσαλονίκη 1969.
  • Γεώργιος Ν. Κοφινάς, , Περί του διωγμού των εν Τουρκία ελλήνων, Αθήνα: 1919.
  • Μίλτος Παγτζιλόγλου, Η γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων της Μικράς Ασίας, Αθήνα: 1988.
  • Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε... Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Θράκης και της Μ. Ασίας, μέσα από τα γαλλικά αρχεία, Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 2002.
  • Χάρης Τσιρκινίδης, Συνοπτική ιστορία της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής: Ντοκουμέντα ξένων διπλωματικών αρχείων, Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 2009.
  • Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Διωγμοί και Γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού – Ο Πρώτος Ξεριζωμός (1908-1917), Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1998.
  • Bjornlund, Matthias, "The 1914 cleansing of Aegean Greeks as a case of violent Turkification", Journal of Genocide Research, Volume 10, Issue 1, March 2008, pp. 41–58.
  • Hlamides, Nikolaos, "The Greek Relief Committee: America’s Response to the Greek Genocide", Genocide Studies and Prevention, Volume 3, Issue 3, December 2008, pp. 375–383.
  • Hofmann, Tessa (ed.), Verfolgung, Vertreibung und Vernichtung der Christen im Osmanischen Reich 1912-1922, Münster: LIT, 2004. ISBN 3-8258-7823-6.
  • Vryonis, Speros, "Greek Labor Battalions in Asia Minor", The Armenian Genocide: Cultural and Ethical Legacies (ed. Hovannisian, Richard), New Brunswick, N.J: Transaction Publishers, 2007, pp. 275–290.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

"Ο κύβος ερρίφθη"


 Ήταν Ιανουάριος του 49 π.Χ. όταν ο Ιούλιος Καίσαρας αναφώνησε την περίφημη φράση "ο κύβος ερρίφθη" και αποφάσισε να διαβεί τον ποταμό Ρουβίκωνα για να συγκρουστεί με τον Πομπήιο...
Τον Ιανουάριο του 49 π.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ιούλιος Καίσαρας είπε την περίφημη φράση "alea jacta est", που στα ελληνικά σημαίνει "ο κύβος ερρίφθη" και αμέσως διέβη με τον στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα για να συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Πομπήιου, ξεκινώντας εμφύλιο πόλεμο. Γιατί όμως η διάβαση ενός ποταμού ήταν τόσο συμβολική και πώς έφτασαν ως εκεί τα πράγματα στην τότε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Άλλη μία από τις πολλές ιστορίες πολιτικής διαμάχης και ίντριγκας που εκτυλίχθηκαν στην αυτοκρατορία κατά την υπερχιλιόχρονη ιστορία της.

Ρουβίκωνας

Ρουβίκων (λατ. Rubico) είναι το όνομα ενός μικρού ποταμού στη βόρεια Ιταλία που χυνόταν στην Αδριατική Θάλασσα. Στη ρωμαϊκή εποχή, κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο, ο νόμος απαγόρευε στους Ρωμαίους στρατηγούς να τον διαβούν με τις λεγεώνες τους. Το μέτρο αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την είσοδο στρατού στην Ιταλία, επομένως και το ενδεχόμενο πραξικοπήματος ή εμφυλίου πολέμου. Όταν ο Καίσαρας το 49 π.Χ. αποφάσισε να τον περάσει, πριν συγκρουστεί με τον Πομπήιο, αναφώνησε την περίφημη ιστορική φράση "ο κύβος ερρίφθη" (alea jacta est). Η φράση "διέβη τον Ρουβίκωνα" αναφέρεται σε ανθρώπους που εν γνώσει τους λαμβάνουν μια ριψοκίνδυνη απόφαση χωρίς επιστροφή. 

Καίσαρας και Πομπήιος

 Ιούλιος Καίσαρας


Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ (13 Ιουλίου 101 π.Χ. ή 12 Ιουλίου 100 π.Χ. - 15 Μαρτίου 44 π.Χ.) ήταν η σημαντικότερη προσωπικότητα της ρωμαϊκής ιστορίας. Όντας μεγάλος στρατηγός και χαρισματικός πολιτικός, άλλαξε τη μορφή του πολιτεύματος της Ρώμης, ενώ με τις κατακτήσεις του έθεσε τις βάσεις της εξέλιξης του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Αν και αριστοκρατικής καταγωγής, τάχθηκε με το μέρος της φιλολαϊκής παράταξης στη διαμάχη της με τη συγκλητική. Κατέκτησε τη Γαλατία, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της ιβηρικής χερσονήσου, εισέβαλε στη Βρεττανία και ανέκοψε τις γερμανικές εισβολές. Όταν νίκησε τον μεγάλο του αντίπαλο, Πομπήιο, και επικράτησε οριστικά, κατάργησε ουσιαστικά τόσο τη συγκλητική όσο και τη λαϊκή κυριαρχία και επέβαλε το ηγεμονικό καθεστώς, γενόμενος δικτάτορας. Δολοφονήθηκε από τους οπαδούς της παλαιάς τάξης πραγμάτων, αλλά οι αλλαγές που επέφερε και οι κατακτήσεις που έκανε διατηρήθηκαν για αιώνες.

O Γναίος ή Γνάιος Πομπήιος ο Μέγας (29 Σεπτεμβρίου 106 π.Χ. - 29 Σεπτεμβρίου 48 π.Χ.), γνωστός ως Πομπήιος ή Μέγας Πομπήιος, ήταν στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Τα μεγαλύτερα κατορθώματά του ήταν η εξάλειψη της πειρατείας από τη Μεσόγειο σε εφαρμογή του Γαβινείου Νόμου και η νίκη στον Γ΄ Μιθριδατικό Πόλεμο.

Στο πολιτικό πεδίο, διετέλεσε τρεις φορές Ύπατος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το 70 π.Χ., το 55 π.Χ. και το 52 π.Χ.. Υπήρξε σύμμαχος του Ιουλίου Καίσαρα (διανδρία) στα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, όμως αργότερα ήλθαν σε σύγκρουση, προκαλώντας εμφύλιο πόλεμο. Ο στρατός του ηττήθηκε στη Μάχη των Φαρσάλων και ο Πομπήιος διέφυγε αρχικά στη Λέσβο και κατόπιν στην Αίγυπτο. Εκεί δολοφονήθηκε κατ' εντολήν του φαραώ Πτολεμαίου ΙΓ΄, ο οποίος πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα γινόταν αρεστός στον Καίσαρα.

Εμφύλιος Πόλεμος

Το πρελούδιο του πολέμου

Το 54 π.Χ. η Ιουλία, κόρη του Καίσαρα και σύζυγος του Πομπήιου, πέθανε στη γέννα καθώς και το βρέφος.[37] Την ίδια χρονιά, μετά τη λήξη της υπατικής θητείας του Πομπήιου και του Κράσσου, ο τελευταίος έφυγε στη Συρία, όπως είχε συμφωνηθεί. Τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε πολεμώντας εναντίον των Πάρθων και το κεφάλι του έπαιξε τον ρόλο του Πενθέα σε μια παράσταση των «Βακχών» στην παρθική αυλή. Οι δεσμοί που συνέδεαν Καίσαρα και Πομπήιο είχαν σπάσει.

Ο Πομπήιος αρνήθηκε προτάσεις του Καίσαρα για νέες επιγαμίες,[38] κράτησε τις λεγεώνες του στην Ιταλία αντί να τις οδηγήσει στην Ισπανία, όπως είχε συμφωνηθεί, και επανήλθε φανερά στη συντηρητική παράταξη.

Η Ρώμη εν τω μεταξύ είχε καταντήσει πεδίο βίας και διαφθοράς. Όλες οι τάξεις και όλες οι παρατάξεις παρανομούσαν. Η οχλοκρατία βασίλευε.[39] «Ο Τίβερις γέμισε από πτώματα πολιτών» έγραψε ο Κικέρων.[40] Ο Κλαύδιος Πούλχερ δολοφονήθηκε από την αντίπαλη συμμορία του πομπηιανού Τίτου Άννιου Μίλωνα που είχε διατελέσει δήμαρχος το 57, και οι φτωχοί Ρωμαίοι του έκαναν λαμπρή κηδεία βάζοντας φωτιά στον Οίκο της Συγκλήτου.[41]

Ο Πομπήιος αποκατέστησε την τάξη και η Σύγκλητος, μετά από συμβουλή του Κάτωνα, τον ανακήρυξε «ύπατον μόνον», χωρίς δεύτερο ύπατο δηλαδή, για να προλάβει τη δικτατορία του.[42] Το δικαίωμα που είχε παραχωρηθεί στον Καίσαρα να υποβάλει υποψηφιότητα για το αξίωμα του υπάτου ενώ απουσίαζε (in absentia), ανακλήθηκε. Προτάθηκε η αντικατάστασή του από τη διοίκηση της Γαλατίας και μόνο το veto των δημάρχων την απέτρεψε.[43] Μία λεγεώνα που έθεσε στη διάθεση της Συγκλήτου για ν’ αποσταλεί κατά των Πάρθων, κρατήθηκε στην Ιταλία. Ύστερα η Σύγκλητος διακήρυξε ότι αν ο Καίσαρ δεν παραιτούταν από τη διοίκηση της Γαλατίας μέχρι την 1η Ιουλίου του 49, θα θεωρούταν εχθρός του κράτους.[44] Ο Καίσαρ έκανε αντιπροτάσεις,[45] προσθέτοντας όμως ότι αν απορρίπτονταν θα το θεωρούσε κήρυξη πολέμου. Τελικά, αν και μάλλον απρόθυμα, η Σύγκλητος διέταξε τον Πομπήιο «να φροντίσει να μη συμβεί κακό στο κράτος», έκφραση που σήμαινε δικτατορία και στρατιωτικό νόμο.

Ο πόλεμος

Εκτός νόμου πλέον ο Καίσαρ, με τη Σύγκλητο και τον Πομπήιο εναντίον του, ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να προχωρήσει. Οι δυνάμεις του ήταν μικρότερες μεν αλλά εμπειροπόλεμες, πειθαρχημένες και απόλυτα αφοσιωμένες. Στις 10 Ιανουαρίου του 49 πέρασε έναν μικρό ποταμό κοντά στο Ρίμινι, τον Ρουβίκωνα, λέγοντας την φράση «jacta alea est» ("ο κύβος ερρίφθη").[46]

Οι πόλεις της Ιταλίας τον δέχτηκαν με ενθουσιασμό και οι δυνάμεις του ενισχύθηκαν. Απαγόρευσε λεηλασίες και αντεκδικήσεις, έστειλε τους αιχμάλωτους πομπηιανούς αξιωματικούς στη Ρώμη καθώς και συμβιβαστικές προτάσεις προς όλους. Ο Πομπήιος τις απέρριψε όλες και δήλωσε ότι θα θεωρούσε εχθρό του όποιον συγκλητικό δεν προσερχόταν στο στρατόπεδό του, ενώ ο Καίσαρ είχε πει ότι όποιος ήταν ουδέτερος ήταν φίλος του.[47] Οι περισσότεροι συγκλητικοί έμειναν στη Ρώμη. Ο Πομπήιος όμως, που δεν είχε εμπιστοσύνη στο ετοιμοπόλεμο του στρατού του, έφυγε από τη Ρώμη για το Μπρίντιζι και πέρασε την Αδριατική.[48] Σκόπευε να εξασκήσει τους στρατιώτες του και να διακόψει την τροφοδοσία της Ρώμης με τον ισχυρό στόλο του.

Ο Καίσαρ μπήκε στη Ρώμη στις 16 Μαρτίου του 49, ενώ ο στρατός του είχε μείνει εκτός πόλης. Δεν υπήρξε αντίσταση αλλά η Σύγκλητος αρνήθηκε να τον ονομάσει δικτάτορα, να στείλει αντιπροσωπεία στον Πομπήιο για ειρήνευση και να του επιτρέψει τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Ο Καίσαρ είπε στους εχθρούς του στη Ρώμη ότι τους ήταν εύκολο να μιλούν, δύσκολο όμως να ενεργούν και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τις τρεις στρατιές που οι πομπηιανοί είχαν οργανώσει στην Ελλάδα, την Αφρική και την Ισπανία.

Για να λύσει το επισιτιστικό πρόβλημα της Ρώμης κατέλαβε την σιτοπαραγωγό Σικελία στην οποία βρισκόταν ο Κάτων. Αυτός έφυγε στην Αφρική όπου νίκησε τον στρατηγό του Καίσαρα που τον καταδίωξε. Ο ίδιος ο Καίσαρ πήγε στην Ισπανία για τον ίδιο λόγο και για να προλάβει επίθεση από τους πομπηιανούς της ιβηρικής. Τους νίκησε και επιβλήθηκε σε όλη τη χερσόνησο.[49] Γυρίζοντας στην Ιταλία νίκησε ένα στρατό του Πομπήιου και αναδιοργάνωσε τη διοίκηση της Γαλατίας.

Η Σύγκλητος τον ονόμασε τώρα δικτάτορα αλλά αυτός παραιτήθηκε και αρκέστηκε να εκλεγεί ύπατος για το 48. Ανακάλεσε όλους τους εξόριστους, εκτός από τον Τίτο Μίλωνα που είχε καταδικαστεί για τον φόνο του Κλαύδιου Πούλχερ, και προχώρησε σε οικονομικές ρυθμίσεις που ικανοποίησαν τους πάντες πλην των ακραίων της λαϊκής παράταξης, που προσδοκούσαν διαγραφή των χρεών και αναδασμό της γης.

Στα τέλη του 49 πέρασε ο Καίσαρ την Αδριατική με 60.000 στρατό. Ο στόλος που είχε μπορούσε να μεταφέρει μόνο 20.000 άντρες και γι’ αυτό έγιναν τρεις διαδρομές. Αφού μετέφεραν τον Καίσαρα και τις πρώτες 20.000 των ανδρών, τα πλοία του ναυάγησαν επιστρέφοντας στην Ιταλία. Θέλοντας να μάθει γιατί καθυστερούσε το υπόλοιπο στράτευμα, ο Καίσαρ επιβιβάστηκε στις εκβολές του Αώου σ’ ένα μικρό πλοίο για να διαπλεύσει πάλι την Αδριατική. Ήταν χειμώνας, η θάλασσα τρικυμισμένη και το πλήρωμα απελπισμένο. Ο Καίσαρ είπε στον πλοίαρχο να μη φοβάται. «Καίσαρα φέρεις και την Καίσαρος Τύχην».[50]

Τελικά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στο στρατόπεδο της Απολλωνίας, αλλά ο Μάρκος Αντώνιος συγκέντρωσε νέο στόλο και πέρασε και τον υπόλοιπο στρατό. Ο Πομπήιος, ενώ κατείχε το ισχυρό Δυρράχιο με 40.000 στρατού καλά εφοδιασμένου, έκανε το σφάλμα να μην επιτεθεί στο πρώτο και εξουθενωμένο τμήμα του Καίσαρα. Τώρα αυτός έστειλε αντιπροσώπους και πρότεινε να παραιτηθούν και οι δύο από τις διοικήσεις τους. Ο Πομπήιος δεν απάντησε. Ο Καίσαρ επιτέθηκε αλλά αποκρούστηκε. Ο Πομπήιος δεν τον καταδίωξε και ο Καίσαρ είπε ότι ο αντίπαλός του δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τις νίκες του.[51] Ύστερα οπισθοχώρησε στη Θεσσαλία και ανασυγκρότησε τον στρατό του. Ο Πομπήιος δεν άκουσε τη συμβουλή να επιστρέψει στην ανυπεράσπιστη Ιταλία και οι πατρίκιοι αξιωματικοί τον παρέσυραν να δώσει αποφασιστικό χτύπημα.[52]

Η σύγκρουση έγινε στις 9 Αυγούστου του 48 στα Φάρσαλα. Ο Πομπήιος είχε 45.000 πεζούς και 7.000 ιππείς, ο Καίσαρ 22.000 πεζούς και 1.000 ιππείς.[53] Ο Πλούταρχος λέει ότι Ρωμαίοι και Έλληνες που παρακολουθούσαν από μακριά τη μάχη σκέπτονταν ότι ήταν κοντά η συμφορά που θα προκαλούσαν η αρχομανία και η πλεονεξία. Αδελφοί εναντίον αδελφών, το άνθος και δύναμη της πόλης εναντίον του εαυτού της.[54] Ο Καίσαρ διέταξε να μη θανατωθούν όσοι αντίπαλοι παραδίνονταν. Ειδική εντολή δόθηκε για τον Βρούτο: Να μη σκοτωθεί σε καμιά περίπτωση και εάν μεν παραδοθεί, καλώς, ειδάλλως να τον αφήσουν να φύγει απείραχτος.[55]

Η υπέρτερη ηγεσία, η καλύτερη εκπαίδευση και το ανώτερο ηθικό του στρατού του Καίσαρα επικράτησαν. 15.000 πομπηιανοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και 20.000 αιχμαλωτίστηκαν. Ο Καίσαρ έχασε μόνο 30 εκατόνταρχους και 200 στρατιώτες ! [56]

Η μεγαλοψυχία του Καίσαρα και ο θάνατος του Πομπήιου

Ο Πομπήιος έφυγε στη Λάρισα κι από εκεί στη Μυτιλήνη. Οι Μυτιληναίοι του ζήτησαν να παραμείνει στο νησί αλλά εκείνος τους συνέστησε να υποταχθούν στον Καίσαρα γιατί ήταν επιεικής και ενάρετος.[57] Ακολούθως πήγε στην Αλεξάνδρεια. Ο Βρούτος πήγε επίσης στη Λάρισα και από εκεί έγραψε στον Καίσαρα. Ο Καίσαρ χάρηκε που ο Βρούτος είχε σωθεί και τον συγχώρησε. Για χάρη του Βρούτου συγχώρησε και τον Κάσσιο.

Ο Καίσαρ αποδείχθηκε όντως επιεικής προς τους Έλληνες, που είχαν υποστηρίξει τον Πομπήιο. Μοίρασε τα αποθέματα σίτου του Πομπήιου στον πληθυσμό και είπε στους Αθηναίους όταν του ζήτησαν συγγνώμη: "Πόσες φορές θα σας σώζει από την αυτοκαταστροφή η δόξα των προγόνων σας;"[58]
 Ο Πομπήιος έφτασε στην Αλεξάνδρεια όπου βασίλευε ο νεαρός Πτολεμαίος ΙΓ΄. Εκεί ο υπουργός του βασιλιά ευνούχος Ποθεινός τον δολοφόνησε, υπολογίζοντας στην ευγνωμοσύνη του Καίσαρα ο οποίος έφτασε μετά από λίγο.

Η οριστική επικράτηση του Καίσαρα

Ο Καίσαρ γύρισε στην Ιταλία τον Σεπτέμβριο του 47. Στον Τάραντα τον υποδέχτηκε ο Κικέρων και του ζήτησε συγγνώμη που είχε συμμαχήσει με τους πομπηιανούς πριν από τα Φάρσαλα. Ο Καίσαρ τους συγχώρησε όλους.

Τον Οκτώβριο ο Καίσαρ έφτασε στη Ρώμη συνοδευόμενος από την Κλεοπάτρα, τον μικρό αδελφό, συμβασιλέα και σύζυγό της Πτολεμαίο ΙΔ΄ και τον Καισαρίωνα. Βρήκε τη Ρώμη σε εκρηκτική κατάσταση. Οι ακραίοι της φιλολαϊκής παράταξης πρότειναν νόμο περί κατάργησης των χρεών. Ο Μίλων είχε ανακληθεί από την αυτοεξορία του στη Μασσαλία και, στο πλευρό των λαϊκών τώρα, οργάνωνε στρατό στη νότια Ιταλία, καλώντας τους δούλους να συμμετάσχουν στην εξέγερση. Στεφάνια στόλιζαν τον τάφο του Κατιλίνα. Τελικά ο Μάρκος Αντώνιος έπνιξε στο αίμα μία εκδήλωση ενόπλων της φιλολαϊκής παράταξης στο Forum, με αποτέλεσμα 800 νεκρούς. Σε όλο αυτό το διάστημα οι στρατοί των πομπηιανών στην Αφρική υπό τον Κάτωνα και στην Ισπανία υπό τον Σέξτο Πομπήιο, γιο του Μεγάλου Πομπήιου, είχαν ενισχυθεί. Ο Καίσαρ καταπράυνε τους populares καταργώντας και τους τελευταίους νόμους του Σύλλα και διαγράφοντας ορισμένους τόκους δανείων. Συγχρόνως θέλησε να καθησυχάσει τους συντηρητικούς. Διόρισε τον Βρούτο διοικητή της εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, διαβεβαίωσε ότι δεν θα πειράξει την ιδιοκτησία και διέταξε να τοποθετηθούν στη Σύγκλητο τα αγάλματα του Σύλλα και του Πομπήιου.[62]


Όταν ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει κατά της Αφρικής οι στρατιώτες του στασίασαν γιατί είχαν πολύ καιρό να πληρωθούν. Ο Καίσαρ στάθηκε ανάμεσά τους και τους είπε ότι απολύονται. Όσο για τα χρωστούμενα, είπε πως θα τα έπαιρναν στο ακέραιο όταν αυτός θα θριάμβευε στην Αφρική «μεθ’ ετέρων» στρατιωτών. Οι στασιαστές ένιωσαν ντροπή, ζήτησαν συγγνώμη και τον παρακάλεσαν να τους κρατήσει. Ο Καίσαρ προσποιήθηκε τον ανένδοτο, αλλά τελικά ξεκίνησε μαζί τους για την Αφρική.[63] Αποβιβαζόμενος παραπάτησε κι έπεσε μπρούμυτα. Αυτό θεωρούταν κακό σημάδι, αλλά ο Καίσαρ διασκέδασε τον δεισιδαίμονα φόβο φωνάζοντας «Σε κρατώ γερά, Αφρική».[64]

Στις 6 Απριλίου του 46 συναντήθηκε στη Θάψο με τις δυνάμεις των πομπηιανών. Στην πρώτη σύγκρουση νικήθηκε αλλά αντεπιτέθηκε και συνέτριψε τους αντιπάλους του. Η σφαγή ήταν φοβερή.[65] Ο Κάτων διέφυγε στην Ιτύκη και, βλέποντας το μάταιο της περαιτέρω αντίστασης, συμβούλευσε τον γιο του και όσους δεν ήθελαν να φύγουν, να υποταχθούν στον Καίσαρα. Ύστερα αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, διάβασε τον "Φαίδωνα" του Πλάτωνα και βύθισε το ξίφος στα σπλάχνα του.[66]
Ο Καίσαρ γύρισε στη Ρώμη το φθινόπωρο του 46. Η τρομοκρατημένη Σύγκλητος τον ψήφισε δικτάτορα για δέκα χρόνια. Ο Καίσαρ πλήρωσε στους στρατιώτες πολύ περισσότερα απ’ όσα τους είχε υποσχεθεί, προσέφερε άρτο και θεάματα στο λαό και στη συνέχεια εκστράτευσε στην Ισπανία, όπου κατανίκησε και τον τελευταίο μεγάλο στρατό των οπαδών του Πομπήιου. Έτσι έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην τελευταία περίοδο της Δημοκρατίας.


Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Καίσαρ: Commentarii de Bello Gallico (Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού Πολέμου)
  • Καίσαρ: Commentarii de Bello Civili (Απομνημονεύματα περί του Εμφυλίου Πολέμου)
  • Πλούταρχος: «Καίσαρ», «Βρούτος», «Κράσσος», «Πομπήιος», «Κάτων ο νεώτερος», «Κικέρων», «Αντώνιος».
  • Σουητώνιος (Gaius Suetonius Tranquillus) : «De Vita Caesarum – Divus Iulius» (Περί του βίου των Καισάρων – Ο θείος Ιούλιος). Ελληνική μετάφραση Περικλή Ροδάκη, ‘’Παρασκήνιο’’ 1990.
  • Αππιανός: «Ρωμαϊκά» (Ρωμαϊκών Εμφυλίων Β΄επ.)
  • Δίων Κάσσιος: «Ρωμαϊκή ιστορία»
  • Theodor Mommsen: «Römische Geschichte» (Ρωμαϊκή ιστορία)
  • Will Durant: «The Story of Civilization» (v. 3 “Caesar and Christ “). (μετάφραση Νικ. Παπαρρόδου ως Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τ. Γ΄)

 

Ο Καίσαρ στη λογοτεχνία

  • Μάρκος Ανναίος Λουκανός: «Pharsalia», έπος, 61 (;) μ.Χ., αντικαισαρικού περιεχομένου
  • Σαίξπηρ : Julius Caesar, τραγωδία, 1599. Αναφέρεται στα γεγονότα της δολοφονίας μέχρι και τη μάχη των Φιλίππων.
  • Vittorio Alfieri: Bruto secondo (Ο δεύτερος Βρούτος), τραγωδία, 1789
  • George Bernard Shaw: Caesar and Cleopatra, δράμα, 1893
  • Thornton Wilder: Ides of March, (Οι Ειδοί του Μαρτίου) μυθιστόρημα, 1948
Πολλές είναι οι όπερες με θέμα τον Καίσαρα. Περιφημότερο είναι το έργο του Χαίντελ "Giulio Cesare in Egitto" (Ο Ιούλιος Καίσαρ στην Αίγυπτο), του 1724.

Δημοφιλείς αναρτήσεις