Το διήμερο 24-25 Απριλίου 2026 υπεγράφη στην Αθήνα σειρά διμερών συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν επιβεβαίωσαν και επεξέτειναν την κοινή βούληση των δύο χωρών για αμοιβαία υποστήριξη. Το «Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία 2.0» είναι γεγονός.
Αναλυτικά οι συμφωνίες που υπεγράφησαν:
1. Ενισχυμένη Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση (βλ. εδώ)
2. Συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας για την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια μεταξύ της Ελλάδας και της Γαλλίας (βλ. εδώ)
3. Οδικός Χάρτης για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργείου Ευρώπης και Εξωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας
4. Κοινή Δήλωση Προθέσεων μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργείου Παιδείας της Γαλλικής Δημοκρατίας για την περαιτέρω ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε θέματα επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατάρτισης και διά βίου μάθησης
5. Σχέδιο Δράσης για την ενίσχυση της συνεργασίας στους τομείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας 2026-2030
6. Κοινή Δήλωση Προθέσεων για την εγκαθίδρυση συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας μεταξύ του Υπουργείου Ανάπτυξης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργείου Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανικής, Ενεργειακής και Ψηφιακής Κυριαρχίας της Γαλλικής Δημοκρατίας
7. Σύμβαση για την Ίδρυση Διακυβερνητικού Οργανισμού για την Ανάπτυξη και Εκμετάλλευση Ψηφιακών Ωκεάνιων Συστημάτων και Υπηρεσιών Πληροφορικής
8. Διακήρυξη Πρόθεσης Συνεργασίας στην Έρευνα και Ανάπτυξη στον τομέα Άμυνας και στην Καινοτομία των Αμυντικών και Στρατιωτικών Τεχνολογιών και Συστημάτων
9. Συμφωνία Πλαίσιο για την Εν συνεχεία Υποστήριξη των πυραύλων MICA IR/RF και 1η Εκτελεστική Σύμβαση του 2026 μεταξύ του Υπουργείου Άμυνας της Ελληνικής Δημοκρατίας και της εταιρείας MBDA France
Αρχικά, πρέπει να επισημανθεί η εξαιρετικά κρίσιμη για την Ελλάδα και την Ευρώπη χρονική συγκυρία της υπογραφής των εννέα συμφωνιών. Εν μέσω κοσμοϊστορικών πολεμικών γεγονότων και διεθνών αναταράξεων, η συνάντηση Μητσοτάκη-Μακρόν εντάσσεται στον μακρύ κατάλογο των αγαστών ελληνογαλλικών εταιρικών σχέσεων και προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Δείχνει το δρόμο για την ουσιαστική ενεργοποίηση της κοινής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας που πρέπει να ακολουθήσουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν θέλουν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα και όχι παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων και ουραγό του άκρατου διεθνούς ανταγωνισμού.
Το τελευταίο αμερικανικό «καμπανάκι» περί ανάγκης αύξησης των δαπανών για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, ανεξάρτητα από το NATO, φαίνεται ότι έχει αρχίσει να βρίσκει ευήκοα ώτα. Βεβαίως, Ελλάδα και Γαλλία αποτελούν χώρες που παραδοσιακά επενδύουν στην άμυνά τους για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, σε αντίθεση με άλλες χώρες που μέχρις εσχάτως είχαν επαναπαυθεί στις ελάχιστες αμυντικές δαπάνες ελέω υψηλής υπερατλαντικής προστασίας. Δεδομένου του οριστικού τέλους της εποχής της «ανεμελιάς», η ανανέωση της ελληνογαλλικής συμμαχίας ενδέχεται να βρει και άλλους μιμητές στην Ευρώπη, την ώρα που η Ρωσία, η Κίνα, αλλά και η αιωνίως «επιτήδεια ουδέτερη» Τουρκία παίζουν τα δικά τους γεωπολιτικά παιχνίδια απέναντι στα πραγματικά ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Στο επίκεντρο της Ενισχυμένης Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης Ελλάδας-Γαλλίας βρίσκεται, λοιπόν, η ανανέωση της συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας των δύο κρατών. Κρίσιμο σημείο αυτής αποτελεί η πρόβλεψη περί σιωπηρής ανανέωσής της μετά την πάροδο πέντε ετών, έτσι ώστε να μην απαιτείται η εκ νέου υπογραφή της, εκτός φυσικά αν ένα από τα δύο μέρη υπαναχωρήσει και καταγγείλει τη σύμβαση. Είναι προφανές ότι η ρύθμιση αυτή δημιουργεί έναν χρονικό ορίζοντα ο οποίος ξεπερνά τα στενά όρια των εκλογικών κύκλων στις δύο χώρες, δεσμεύοντας πολιτικά και στρατηγικά τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες τους σε στενή συνεργασία και αμοιβαία αμυντική υποστήριξη, εφόσον αυτό απαιτηθεί. Έτσι, επιβεβαιώνεται η διαχρονική φιλία και συνεργασία Αθήνας και Παρισιού, απότοκο των ιστορικών πολιτισμικών δεσμών Ελλήνων και Γάλλων, οι οποίοι εδράζονται πάνω στις κοινές αξίες της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, του Κράτους Δικαίου και της προστασίας της ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Στο προκείμενο και πάλι, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η παραπάνω αμυντική συμφωνία αποτελεί απτό παράδειγμα εφαρμογής του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο προβλέπει ότι: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν επηρεάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών».
Το άρθρο αυτό συνιστά πολύ σημαντική προστασία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι τρίτων απειλών και τα ενισχύει ακόμη περισσότερο από το άρθρο 5 της Συνθήκης του NATO, το οποίο αποτελεί ρήτρα συλλογικής άμυνας, η οποία ορίζει ότι μία ένοπλη επίθεση κατά ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση κατά όλων και δεσμεύει τα μέλη να παρέχουν συνδρομή, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας, για την αποκατάσταση της ασφάλειας. Ωστόσο, η ρήτρα αυτή δεν συνεπάγεται απαραίτητα την αυτόματη κήρυξη πολέμου από όλα τα μέλη, αλλά μία συντονισμένη απάντηση που κάθε κράτος κρίνει ως κατάλληλη και η οποία μπορεί να είναι είτε στρατιωτική είτε διπλωματική. Μέχρι σήμερα το άρθρο αυτό έχει ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά, μετά την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Απεναντίας, το άρθρο 42.7 της ΣΕΕ είχε σχεδόν λησμονηθεί μέχρι σήμερα. Τα αντικρουόμενα συμφέροντα πολλών ευρωπαϊκών κρατών, η απουσία πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος μέχρι τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 (σ.σ. συνέχιση της ρωσικής επίθεσης του 2014 στην Κριμαία) και η νατοϊκή «ομπρέλα ασφαλείας» είχαν θέσει κάθε συζήτηση για κοινή άμυνα και εξοπλισμούς εκτός ατζέντας. Ωστόσο, οι πρόσφατες αεροναυτικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης «ΕΙΡΗΝΗ», «ΑΣΠΙΔΕΣ», «ΑΓΗΝΩΡ», «ΑΤΑΛΑΝΤΑ», με αποκορύφωμα την ελληνική και ευρωπαϊκή (προεξαρχούσης της Γαλλίας) αρμάδα στην Κύπρο μετά τις πρόσφατες τις επιθέσεις της Χεζμπολάχ στο Ακρωτήρι, μαρτυρούν του λόγου το αληθές: Η Ευρώπη χρειάζεται κοινή άμυνα χθες!
Θυμίζω, στο σημείο αυτό, την επίσης σημαντική πρόβλεψη των Άρθρων 42 παρ. 6 και 46 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) σχετικά με τη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO) στον τομέα της άμυνας, στην οποία αναφέρθηκα ακροθιγώς και σε πρόσφατο άρθρο μου (Hellas Journal, 10/04/2026). Σύμφωνα με αυτά, εάν ορισμένα κράτη μέλη το επιθυμούν, μπορούν να προχωρήσουν σε στρατιωτικές και εξοπλιστικές συνεργασίες, χωρίς να είναι υποχρεωτική η σύμπραξη του συνόλου των κρατών μελών της Ένωσης.
Ξεχωρίζει, επίσης, η πρόβλεψη για ανταλλαγή τεχνογνωσίας στον τομέα της αμυντικής καινοτομίας. Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο η γαλλική αεροναυτική τεχνολογία αιχμής μπορεί να βρει άμεσο ισοδύναμο στην ελληνική -ήδη δοκιμασμένη στο πεδίο της Ερυθράς Θάλασσας- αποτελεσματικότητα των anti-drone πρωτοποριακών συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου.
Άξια λόγου και η αναφορά στη βιομηχανική κυριαρχία της ΕΕ, προωθώντας την αρχή της ευρωπαϊκής προτίμησης σε όλα τα σχετικά μελλοντικά ευρωπαϊκά εργαλεία και ιδίως στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2028-20234. Προβλέψεις σημαντικές ενόψει και του προγράμματος ReArm Europe Plan/Readiness 2030.
Οι συμφωνίες στην οικονομία, την ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τον πολιτισμό και την προστασία των νέων από τον εθισμό στα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν λογική επακολουθία της χρόνιας φιλίας και συνεργασίας των δύο χωρών σε σειρά τομέων.
Συμπερασματικά και πολιτικά μιλώντας, δεν περνά απαρατήρητη η εκατέρωθεν εσωτερική πολιτική συγκυρία στις δύο χώρες.
Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Μακρόν διανύει τους τελευταίους μήνες της δεύτερης και τελευταίας θητείας του. Το γεγονός της μακρόπνοης πρόβλεψης που περιλαμβάνει η συνθήκη που υπέγραψε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη υπογραμμίζει την πρόθεσή του να αφήσει πίσω του ένα έργο με διττό αντίκρυσμα.
Αφενός, να προβάλει το σταθερό, γεωστρατηγικό και οικονομικό αποτύπωμα της χώρας του στην Ευρώπη έναντι ενός εξίσου σταθερού και πολυετούς φίλου και εταίρου όπως η Ελλάδα.
Αφετέρου, να αποτελέσει έναν οδοδείκτη για επόμενους Ευρωπαίους ηγέτες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονηθεί το γεγονός ότι ο Μακρόν, ανεξαρτήτως των εκάστοτε εσωτερικών πολιτικών προβλημάτων που αντιμετώπισε στη χώρα του, υπήρξε πάντα ένας κλασικός ευρωπαϊστής και φίλος της Ελλάδας. Δεν δίστασε να μιλήσει επί σχεδόν 15 έτη για τα σοβαρά ευρωπαϊκά προβλήματα και την ανάγκη ενιαίων απαντήσεων, την ώρα που άλλες ισχυρές χώρες, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, έβλεπαν τα πράγματα στενά λογιστικά, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.
Στην Ελλάδα, η χώρα βαίνει προς εκλογές με έναν ορίζοντα αρκετά θολό λόγω του δυσχερούς διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά και αρκετά αβέβαιο όσον αφορά στις εσωτερικές πολιτικές συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κινήθηκε πρωτοβουλιακά, επιδιώκοντας να δει τη «μεγάλη εικόνα» της περιοχής και της γεωγραφίας: Η Ελλάδα δεν έχει απεριόριστες επιλογές στη δύσκολη περιοχή που βρίσκεται. Λίγοι εταίροι της μπορούν να μετατραπούν σε συμμάχους σε κρίσιμες περιστάσεις και ακόμη λιγότεροι μπορούν να θεωρηθούν πραγματικοί φίλοι τη δύσκολη στιγμή. Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Γαλλία είναι τρεις χώρες που συγκεντρώνουν και τους τρεις αυτούς χαρακτηρισμούς.
Εν τέλει, παρά τις εύλογες εσωτερικές διαφωνίες και έριδες, καλό είναι όλα τα παραπάνω να γίνονται κατανοητά από όσο το δυνατόν περισσότερους Έλληνες, ανεξαρτήτως πρωθυπουργού και κυβέρνησης και κυρίως ανεξαρτήτως εσωτερικής πολιτικής συγκυρίας.
Είναι όρος εθνικής επιβίωσης και συλλογικής ευημερίας.
Δημοσιεύθηκε επίσης στο Hellas Journal.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε εδώ το σχόλιό σας.