Καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα το πότε θα ολοκληρωθεί, μία νέα παράλληλη συζήτηση άρχισε και πάλι να διεξάγεται. Η συζήτηση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ. Πιο συγκεκριμένα, η δημιουργία ενός αμυντικού-στρατιωτικού οργανισμού στον οποίο θα μετέχουν όσα ευρωπαϊκά κράτη το επιθυμούν, στην περίπτωση που το γνωστό ΝΑΤΟ ουσιαστικά πάψει να υφίσταται, αν λάβει χώρα η αποχώρηση ή «απενεργοποίηση» των ΗΠΑ. Ωστόσο, αν τα πράγματα φτάσουν πράγματι εκεί, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι δεν χρειάζεται κανείς να ανακαλύψει τον τροχό! Όλα προβλέπονται ήδη στην ευρωπαϊκή συνθήκη.
Ας ξεκινήσουμε όμως βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Στις 28 Φεβρουαρίου 2026 οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν, θεωρώντας ότι πλέον η διπλωματία του Στηβ Γουίτκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ είχε ουσιαστικά εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Ο ίδιος ο προσωπικός απεσταλμένος του προέδρου Τραμπ, ο Γουίτκοφ, είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε περιθώριο διαπραγμάτευσης με τους Ιρανούς, καθώς οι τελευταίοι ουσιαστικά είχαν εξαπατήσει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους σχετικά με το ποσοστό εμπλουτισμού του ουρανίου που διέθεταν και το οποίο έχοντας ξεπεράσει ίσως και το 60% με ανοδική τάση προς το 90% ήταν σχεδόν κατάλληλο για τη δημιουργία πυρηνικών όπλων. Αυτό ήταν άλλωστε και το κεντρικό πολιτικό επιχείρημα που οδήγησε στην έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων – και όχι η άλωση του απολυταρχικού ισλαμιστικού καθεστώτος.
Δίπλα βεβαίως στο παραπάνω επιχείρημα πρέπει να παρατεθεί και το «πετρελαϊκό» επιχείρημα. Οι ΗΠΑ, θέλοντας να πλήξουν ζωτικά τις οικονομικές δυνατότητες του Ιράν και τις σχέσεις του με την Κίνα, ενόψει μάλιστα μίας επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο, προσπαθούν να αποκόψουν την πετρελαϊκή ροή Τεχεράνης-Πεκίνου με σκοπό το αμερικανικό LNG να λάβει καλύτερη θέση στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Οι Κινέζοι, φυσικά, δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια και όσο κι αν κινούνται αθόρυβα, υποστηρίζουν ενεργότατα το ιρανικό καθεστώς με παροχή πληροφοριών ως προς αμερικανικούς στόχους στις χώρες του Περσικού Κόλπου.
Δεδομένης της παραπάνω κατάστασης, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει τοποθετηθεί συχνά με παράπονο απέναντι στους συμμάχους του ΝΑΤΟ. Δεν διστάζει να δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τους συμμάχους τους, αν χρειαστεί να συμβεί το αντίθετο θα είναι μόνες τους. Βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το Άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ) για τη ρήτρα συλλογικής άμυνας έχει ενεργοποιηθεί μία και μοναδική φορά μέχρι σήμερα και αυτή ήταν υπέρ των ΗΠΑ αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις τηνς 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους «Δίδυμους Πύργους». Τότε η επίθεση εκείνη της Αλ Κάιντα θεωρήθηκε, σύμφωνα την πρόβλεψη της συνθήκης, επίθεση κατά όλων των μελών του ΝΑΤΟ και οδήγησε στην επίθεση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν με συνασπισμό συμμαχικών δυνάμεων.
Εκείνο στο οποίο έχει δίκιο ο Αμερικανός πρόεδρος, αλλά και άλλοι δημόσιο δρώντες είναι η κατηγορία περί χαμηλών αμυντικών δαπανών στην οποία περιλαμβάνονται τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Οι οκτώ και πλέον δεκαετίες από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η ίδρυση του ΝΑΤΟ είχαν εξασφαλίσει στους Ευρωπαίους μία ευμάρεια προστατευμένη από τα αμερικανικά όπλα και πληρωμένη με τις συνδρομές στο ΝΑΤΟ.
Η Ελλάδα, η Πολωνία και λίγες ακόμη χώρες της συμμαχίας αποτελούν εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα για λόγους γεωπολιτικών αναγκών, έχοντας προ πολλού εκπληρώσει την τραμπική «επιταγή» περί 2% δαπανών για την εθνική άμυνα, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ να πιέζει για αύξηση στο 5%.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, φέρνει στο τραπέζι το μεγάλο πολιτικό ερώτημα: Όταν η κρίση τελειώσει, το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να υπάρχει όπως το γνωρίζουμε; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα αυτό.
Εκείνο όμως που μπορεί με σχετική ασφάλεια να ειπωθεί όμως είναι ότι μάλλον έχει έρθει η ώρα τα ευρωπαϊκά κράτη να αναλάβουν πρωτοβουλίες συλλογικής άμυνας.
Ίσως έχει διαφύγει της προσοχής πολλών, αλλά αυτή τη στιγμή επιχειρούν στα αντίστοιχα πεδία τρεις διαφορετικές στρατιωτικές/αεροναυτικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αρχικά, η επιχείρηση “IRINI” στο Λιβυκό Πέλαγος, που ξεκίνησε το 2020, με κύριο στόχο την επιβολή του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ στη Λιβύη, την αποτροπή παράνομων εξαγωγών πετρελαίου και την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων στη Μεσόγειο. Στην επιχείρηση αυτή η Ελλάδα μετέχει με φρεγάτες και μέσα εναέριας επιτήρησης, έχοντας αναλάβει πολλές φορές και την επιχειρησιακή διοίκηση της επιχείρησης.
Παράλληλα, από το 2024, εκτελείται με επιτυχία στην Ερυθρά Θάλασσα η επιχείρηση “ASPIDES” για την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας από τις επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι, σημειωτέον, αποτελούν σημαντικό στρατιωτικό σύμμαχο του Ιράν. Μέχρι σήμερα έχουν αποτραπεί πάνω από 1.600 επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων. Η επιτελική διοίκηση της επιχείρησης ασκείται μονίμως από Έλληνα αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού με έδρα τη Λάρισα, ενώ η εν πλω διοίκηση γίνεται εκ περιτροπής ανά εξάμηνο.
Τρίτη, άτυπη, αλλά προφανώς η σημαντικότερη για την Ελλάδα από όλες, η προσφατη αποστολή ελληνικών φρεγατών και πολεμικών αεροσκαφών στην Κύπρο προς υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά από τις επιθέσεις δύο μη επανδρωμένων αεροχημάτων (drones) από τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου προς τις βρετανικές βάσεις του Ακρωτηρίου. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η ελληνική παρουσία συνεπικουρήθηκε από ευρωπαϊκό στολίσκο με συμμετοχή της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Ολλάνδιας και της Ισπανίας, ο οποίος πλέει σταθερά γύρω από το μεγαλόνησο με επιχειρησιακό κέντρο το γαλλικό αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle. Με μεγάλη καθυστέρηση έφτασε στο νησί και το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Dragon.
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η Ευρώπη όταν θέλει μπορεί. Επειδή όμως είναι αναμενόμενο μία Ένωση 27 κρατών να μη βρίσκει σχεδόν ποτέ κοινό βηματισμό σε θέματα εξωτερικής πολιτικής άμυνας, υπάρχουν ήδη οι προβλέψεις των συνθηκών για τη λεγόμενη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία. Σύμφωνα με αυτή, εννέα κράτη-μέλη μπορούν εφόσον το επιθυμούν, να προχωρήσουν σε ενίσχυση της μεταξύ τους συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κοινής άμυνας.
Δεδομένης της χρηματοδοτικής ενίσχυσης των εξοπλισμών μέσω του προγράμματος SAFE, μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα μάλλον αισιόδοξο συμπέρασμα προς ώρας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε ένα πολύ ωραίο δώρο στους Ευρωπαίους. Τους ξύπνησε!
*Δημοσιεύθηκε επίσης στο Hellas Journal.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε εδώ το σχόλιό σας.