Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Τουρισμός και συνεργατική οικονομία: Προς ενδεχόμενη κοινή νομοθεσία (;)




Το ζήτημα των ηλεκτρονικών πλατφορμών παροχής υπηρεσιών βρέθηκε στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα με τρόπο σχεδόν... «εκκωφαντικό» το τελευταίο διάστημα. Στη χώρα μας το ζήσαμε εις διπλούν, αφενός με την εφαρμογή της Taxi Beat και την οργισμένη αντίδραση μερίδας αυτοκινητιστών και αφετέρου με ζητήματα νομιμοποίησης της δραστηριότητας της Uber, που αφορούν την παροχή υπηρεσίων μεταφοράς πελατών με ιδιωτικά οχήματα.

Το Αυγό του Φιδιού, Μέρος 2ο ;




Αυτή τη φορά δεν θα ασχοληθώ με τα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Ή τουλάχιστον με ό,τι αποκαλείται έτσι από τη “mainstream” δημοσιογραφία. Θα ασχοληθώ με το γνωστό ναζιστικό μόρφωμα που ταλανίζει επισήμως τον τόπο από το 2012.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Στην «Ελλάδα Μετά», με ένα Πανεπιστήμιο χωρίς αγκυλώσεις




Για άλλη μια φορά, μέσα σε λίγες δεκαετίες, κεντρικό θέμα συζήτησης αποτελεί η οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας.

Όταν η κάρτα εξευτελίζει τον άνθρωπο





«Η κάρτα έχει λήξει» βροντοφώναξε το ηλεκτρονικό ακυρωτικό μηχάνημα του λεωφορείου. Η ώρα περίπου 6 και τέταρτο το απόγευμα. Οι περισσότεροι από τους περίπου σαράντα επιβάτες, κουρασμένοι είχαν βλέμματα που δεν πρόδιδαν διάθεση για πολλές κουβέντες.

Καμμένοι στο ζέσταμα ή παίκτες σε χωράφι;



Εργάτες στον Πειραιά

Μια εικόνα και μια κατάσταση κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στην καθημερινή συνύπαρξη: Κινητά και πολιτική συζήτηση.

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Αντί αφιερώματος




Φοβάμαι

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.


Μανόλης Αναγνωστάκης - 1983

* Εικόνα: Μανόλης Αναγνωστάκης, σχέδιο μολύβι
Πηγή: http://www.ystefanakis.gr/manolis-anagnostakis/ 

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Σαραντάρης: Ένας μεγάλος που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει



Το Έπος του 1940-41 έχει γνωρίσει αρκετές σελίδες ανάλυσης και αφιερωμάτων. Συχνά ένα χαρακτηριστικό που του αποδίδουν οι μελετητές είναι το γεγονός ότι δεν ανέδειξε πολλούς επώνυμους ήρωες, όπως συνέβη, λόγου χάριν, με την Επανάσταση του 1821. Με έναν άσημο ήρωα, που αν δεν έχανε τη ζωή του θα είχε ίσως αναδειχθεί σε σημαίνουσα μορφή των νεότερων ελληνικών γραμμάτων, θα ασχοληθώ στις ακόλουθες γραμμές. Πρόκειται για τον Γιώργο Σαραντάρη.

Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1908 και έμελλε να διαπρέψει ως ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος. Η καταγωγή του ήταν από το Λεωνίδιο, ενώ δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, λόγω της εμπορικής δραστηριότητας του πατέρα του. Εκεί ανατράφικε σε ένα καθαρά αστικό και προοδευτικό περιβάλλον. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και της Ματσεράτα, όπου και έζησε από το 1910 έως το 1931. Επιστρέφοντας στην Αθήνα άρχισε να ασχολείται με την ποίηση και εν τέλει να βιοπορίζεται πενιχρά από αυτή, ζώντας μια λιτή ζωή χωρίς άλλες επαγγελματικές ενασχολήσεις.

Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1933 με το αφήγημα "Μάρθας βίος", που αποτελεί ένα από τα πρώτα κείμενα εσωτερικού μονολόγου της νεοελληνικής γραμματείας. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο "Οι αγάπες του χρόνου". Συνέχισε να δημοσιεύσει ποιήματα με ύφος πρωτοποριακό για την εποχή του, απελευθερωμένο από μέτρα και ομοιοκαταληξίες αλλά και κινούμενος πέρα από παραδοσιακά θέματα. Ασχολείται με τους άξονες: Γυναίκα, θάλασσα, ουρανός, πουλιά. Ο Σαραντάρης επεδίωκε σκοπίμως να γράφει σε γλώσσα λιτή και άμεση, γεγονός το οποίο παρερμηνεύθηκε από κακεντρεχείς κριτές του ως γλωσσική ημιμάθεια. Λίγο πριν τον πόλεμο εξέδωσε την τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο "Στους φίλους μιας άλλης χαράς" (1940). Η συλλογή αυτή ήταν και η πιο σημαντική του συνεισφορά στα πνευματικά πράγματα της χώρας, λίγο πριν φύγει από τη ζωή καταβεβλημένος από τις πολεμικές κακουχίες.

Με το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ο Σαραντάρης έσπευσε να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσει κατά των Ιταλών. Μη έχοντας "μέσο" ώστε να βρεθεί σε ασφαλές πόστο, όπως έπραξαν τότε άλλοι, γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών, ο ποιητής βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Αλβανίας. Στα "Ανοιχτά Χαρτιά" ο Οδυσσέας Ελύτης (υπηρετήσας μαζί με άλλους "επωνύμους" επίσης στην πρώτη γραμμή) καταγγέλει ανοικτά το σύστημα των ημετέρων που βόλευε τους ανωτέρω νέους στα μετόπισθεν, ενώ είναι ο μόνος της εποχής εκείνης που αναγνωρίζει στον Σαραντάρη μια θέση μεταξύ των σημαντικών πνευματικών ανθρώπων της Ελλάδας:

"Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πώς, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της". (Οδ. Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Εκδ. Ίκαρος, 1974).

Μάλιστα τη στιγμή που συνέβαιναν αυτά ο Γιώργος Θεοτοκάς έβαζε μέσον έναν... στρατηγό για να μπορέσει να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή! Κι αυτό διότι το μεταξικό καθεστώς δεν επιθυμούσε να του επιτρέψει να στρατευτεί ως εθελοντής, με τη γελοία κατηγορία ότι ήταν "αγύμναστος".

Ο Γιώργος Σαραντάρης πολέμησε ως απλός στρατιώτης και αρρώστησε από τύφο. Επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Φεβρουαρίου 1941. Ομότεχνοι και μη τον άφησαν τότε αβοήθητο, χωρίς οικονομική στήριξη, ενώ κατά τις τελευταίες του ημέρες έπεσε και θύμα ληστείας.

Ο Σαραντάρης ήταν πρωτοποριακός ποιητής. Επηρεασμένος από τον Νίτσε, τον Σαίρεν Κίρκεγκωρ και τον Υπαρξισμό. Αναζητούσε, μέσα στους στίχους του, την εξύψωση του ανθρώπου, έχοντας ως αρχή του το "ουδείς εκών κακός". 

Ήταν ένας μεγάλος που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει.

«Δεν είμαστε ποιητές» 
 (από τη Συλλογή «Σαν Πνοή του Αέρα»)

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πώς φοβούμαστε
Και η ζωή μας έγινε ξένη
ο θάνατος βραχνάς».

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Τ. Βαρβιτσιώτης, Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γ. Σαραντάρη, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1958
  • Μ. Ιατρού, Γ. Σαραντάρης - σαν πνοή τοου αέρα, Ανθολόγος Ερμής, Αθήνα 1999
  • Ολ. Καράγιωργα, Γ. Σαραντάρης - Ο μελλούμενος, Δίαυλος, Αθήνα 1995
  • Γ. Σαραντάρης, Ποιήματα, επιμ. Γ. Μαρινάκη, Εστία, Αθήνα 1961
  • Ηρώ Τσάρνα, Η επανάσταση του ρόδου, Διογένης, Αθήνα 1987

Δημοφιλείς αναρτήσεις