Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Αύγουστος 1964: Τα ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη στην Κύπρο «κόβουν τα χέρια» του πρόωρου «Αττίλα». Όλα όσα ΔΕΝ έγιναν δέκα χρόνια αργότερα…

 

Αύγουστος 1964.

Εδώ και λίγες ημέρες μαίνονταν στην Κύπρο σκληρές μάχες μεταξύ τουρκικών δυνάμεων και Εθνικής Φρουράς. Αφορμή ήταν η λεγόμενη «τουρκανταρσία» που έχει ξεσπάσει από τον Δεκέμβριο του 1963 ύστερα από την άρνηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας να δεχθεί τις τροποποιήσεις 13 σημείων του Κυπριακού Συντάγματος που είχε προτείνει ο πρόεδρος Μακάριος. Έτσι, ξεκίνησαν ταραχές που οδήγησαν στις 8 και 9 Αυγούστου 1964 στην αποστολή ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών στη μεγαλόνησο για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία. Μία αποστολή που παρέμεινε μυστική για πολλές δεκαετίες. Ένα «πρελούδιο» των «αποστολών αυτοκτονίας» του τραγικού καλοκαιριού του 1974.

  Το ιστορικό πλαίσιο

Η Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε ως ενιαίο δικοινοτικό κράτος το 16 Αυγούστου 1960, αποκτώντας την ανεξαρτησία της ύστερα από σχεδόν έναν αιώνα αγγλικής επικυριαρχίας (1878-1960). Στο νησί υπήρχαν δύο νομικά ισότιμες κοινότητες, οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι. Το 1960 οι Ελληνοκύπριοι αποτελούσαν περίπου 78,2% - 81,14% (ανάλογα με το αν περιλαμβάνονται στις στατιστικές οι Μαρωνίτες, οι Αρμένιοι και οι Λατίνοι, οι οποίοι βάσει Συντάγματος εντάχθηκαν στην ελληνοκυπριακή κοινότητα). Οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν περίπου το 18,1% - 18,86%. Επίσης, ένα ποσοστό από 1% έως 3% αποτελείτο από πολίτες τρίτων κρατών.

Σημειώνεται ότι καμία από τις δύο κοινότητες δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένη από την αυτονομία, καθώς οι μεν Ελληνοκύπριοι θεώρησαν ότι ήταν δικαίωμά τους να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα (ένωση), ενώ οι Τουρκοκύπριοι αγωνίζονταν για διχοτόμηση (taksim). Μετά από δύο σχετικά ειρηνικά χρόνια, το Νοέμβριο του 1963 οι εντάσεις αυξήθηκαν όταν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, πρότεινε 13 συνταγματικές αλλαγές που αντιμετωπίστηκαν με οργή από τους Τουρκοκύπριους. 

Διακοινοτικές ταραχές του 1963-64

Στις 30 Νοεμβρίου του 1963, ο πρόεδρος Μακάριος διαβίβασε στον αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Φαζίλ Κιουτσούκ, μνημόνιο στο οποίο περιέχονταν 13 σημεία για την αναθεώρηση του συνταγματικού καθεστώτος. Κοινή συνισταμένη των 13 σημείων ήταν η κατάργηση της χωριστής πλειοψηφίας (ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής) για την ψήφιση των νόμων, καθώς και η θέσπιση ενιαίων δημοτικών συμβουλίων στους δήμους. Επίσης, το πρώτο από τα 13 σημεία απέβλεπε στην κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας τόσο του προέδρου όσο και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

Των προτάσεων του Μακαρίου είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις του ιδίου με τον Βρετανό ύπατο αρμοστή της Κύπρου, σερ Άρθουρ Κλαρκ, ο οποίος είχε ενθαρρύνει τον Μακάριο να προχωρήσει στις τροποποιήσεις.

Παράλληλα, επαφές με τους Βρετανούς διατηρούσαν και οι Τουρκοκύπριοι. Μάλιστα, την 1η Δεκεμβρίου 1963, ο αντιπρόεδρος της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρος της τουρκοκυπριακής Βουλής, Ραούφ Ντενκτάς, έφτασε στο Λονδίνο για συνομιλίες με τον υφυπουργό για θέματα Κοινοπολιτείας, σερ Τζων Τίλνι.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι προτάσεις του Μακαρίου διατυπώθηκαν σε μία εποχή κατά την οποία υπήρχε κυβερνητική αστάθεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, δηλαδή τις δύο χώρες που μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία ήταν οι εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά το ότι στόχος του Μακαρίου ήταν η διαμόρφωση ενιαίας εξουσίας στην Κύπρο, η κρίση που ακολούθησε ήταν η αρχή του εκ των πραγμάτων διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, καθώς στις 29 Δεκεμβρίου 1963 επιβλήθηκε η διχοτόμηση της Λευκωσίας με την περίφημη «πράσινη γραμμή», όπως αποκλήθηκε λίγο αργότερα.

Στις προτάσεις Μακαρίου ο Κιουτσούκ απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας στις 3 Δεκεμβρίου 1963 ότι το τότε ισχύον σύνταγμα θα έπρεπε να εφαρμόζεται στο σύνολό του. Στις 10 Δεκεμβρίου ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση στο νησί. Στις 16 Δεκεμβρίου ο Τούρκος πρεσβευτής στη Λευκωσία επέδωσε απορριπτική απάντηση της Άγκυρας στις προτάσεις Μακαρίου, τις οποίες ο Κύπριος πρόεδρος είχε απλώς «γνωστοποιήσει» στις εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Μακάριος με τη σειρά του απέρριψε την τουρκική απάντηση ως παρέμβαση στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τρεις ημέρες αργότερα συναντήθηκαν στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κύπρου Σπύρος Κυπριανού και Τουρκίας Κεμάλ Ερκίν. Παρά την αισιοδοξία του Βενιζέλου, η συνάντηση δεν μείωσε την ένταση που εν τω μεταξύ είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ήδη από το 1962 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζων Κένεντι είχε αποτρέψει τον Μακάριο από το να προχωρήσει στην αναθεώρηση του συντάγματος, με το επιχείρημα της μη διατάραξης της σταθερότητας στη νήσο. Ανάλογη θέση είχε τηρήσει και η Αθήνα επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά και μετέπειτα. Παρά ταύτα, ο Μακάριος αποφάσισε να προχωρήσει στην εισήγηση της αναθεώρησης, γεγονός που προκάλεσε τη ρήξη με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και έδωσε στους Τούρκους την αφορμή που ζητούσαν για να προκαλέσουν τη λεγόμενη «τουρκανταρσία» των Χριστουγέννων του 1963.

 21 Δεκεμβρίου 1963: Το ξέσπασμα της κρίσης

Το περιστατικό που πυροδότησε τα γεγονότα των αιματηρών Χριστουγέννων συνέβη τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Δεκεμβρίου 1963. Η ελληνοκυπριακή αστυνομία που λειτουργούσε στα παλιά Ενετικά Τείχη της Λευκωσίας διεξήγε ελέγχους ρουτίνας. Σε έναν εξ αυτών οι αστυνομικοί ζήτησαν να εξετάσουν τα έγγραφα ταυτότητας μίας παρέας Τουρκοκυπρίων που επέστρεφαν στο σπίτι τους με ταξί ύστερα από μία βραδινή έξοδο για διασκέδαση. Όταν οι αστυνομικοί προσπάθησαν να ερευνήσουν τις γυναίκες της παρέας, οι οποίες κάθονταν μέσα στο αυτοκίνητο, ο οδηγός του αυτοκινήτου προέβαλε αντίσταση και ακολούθησε φιλονικία. Σύντομα, πλήθος συγκεντρώθηκε στα πέριξ και ακούστηκαν πυροβολισμοί. Μέχρι την αυγή, δύο Τουρκοκύπριοι είχαν σκοτωθεί και άλλοι οκτώ άνθρωποι, τόσο Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι, είχαν τραυματιστεί.

Μετά τους πυροβολισμούς, πλήθη Τουρκοκυπρίων συγκεντρώθηκαν στο βόρειο τμήμα της Λευκωσίας, με επικεφαλής τον τουρκικό Οργανισμό Αντίστασης (TMT). Στις 22 Δεκεμβρίου οι κηδείες των δύο Τουρκοκυπρίων που σκοτώθηκαν πραγματοποιήθηκαν χωρίς να σημειωθούν έκτροπα. Ωστόσο, πυροβολισμοί ήχησαν το απόγευμα της 22ας Δεκεμβρίου. Αυτοκίνητα γεμάτα με ένοπλους Ελληνοκύπριους περιπλανήθηκαν στους δρόμους της Λευκωσίας πυροβολώντας αδιακρίτως, ενώ Τουρκοκύπριοι άνοιξαν πυρ κατά περιπολικών της αστυνομίας. Παράλληλα, Τουρκοκύπριοι ελεύθεροι σκοπευτές άνοιξαν πυρ από μιναρέδες και από την οροφή του ξενοδοχείου Saray στην πλατεία Sarayönü. Οι πυροβολισμοί εξαπλώθηκαν και στα προάστια της Λευκωσίας, αλλά και στη Λάρνακα. Η ελληνοκυπριακή διοίκηση έκοψε τις τηλεφωνικές και τις τηλεγραφικές γραμμές σε τουρκοκυπριακές συνοικίες της Λευκωσίας και η αστυνομία ανέλαβε τον έλεγχο του Διεθνούς Αερολιμένος Λευκωσίας. Ενεργοποιήθηκαν ελληνικές παραστρατιωτικές ομάδες με επικεφαλής τον Νίκο Σαμψών και τον Βάσο Λυσσαρίδη.

Στις 23 Δεκεμβρίου συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός από τον πρόεδρο Μακάριο Γ΄ και την τουρκοκυπριακή ηγεσία. Ωστόσο, οι μάχες συνεχίστηκαν και εντάθηκαν στη Λευκωσία και τη Λάρνακα. Σε κατοικημένες από Τούρκους περιοχές τζαμιά μετατράπηκαν σε ορμητήρια με πολυβόλα τουρκοκυπριακών παραστρατιωτικών ομάδων. Αργότερα την ίδια μέρα, Ελληνοκύπριοι παραστρατιωτικοί με επικεφαλής τον Νίκο Σαμψών ξεκίνησαν τη μάχη της Ομορφίτας: Επιτέθηκαν στο προάστιο, το οποίο κατέλαβαν, με τους Τουρκοκύπριους κάτοικους της συνοικίας να εκδιώκονται αργότερα από τα σπίτια τους.

Τελικά, η πρώτη αυτή φάση των διακοινοτικών ταραχών εκτονώθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1963 με την επέμβαση των τριών εγγυητριών δυνάμεων, Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Μόνιμη συνέπεια της σύρραξης ήταν η δημιουργία της πράσινης γραμμής στη περιοχή της Λευκωσίας και η εγκατάσταση των κυανόκρανων του ΟΗΕ στην Κύπρο από τότε μέχρι σήμερα.

 

 Αύγουστος 1964: Η ένταση κλιμακώνεται ξανά

Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-64, οι οποίες προαναφέρθησαν, η κατάσταση στην Κύπρο ήταν εξαιρετικά τεταμένη. Οι εντάσεις και η καχυποψία μεταξύ των δύο κοινοτήτων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ήταν έκδηλα.

Οι επίσημες τουρκοκυπριακές αρχές με επικεφαλής τον Φαζίλ Κιουτσούκ ως αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον Ραούφ Νενκτάς ως πρόεδρο του τοπικού τουρκοκυπριακού κοινοβουλίου δρούσαν ανοικτά ως όργανα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, έχοντας εξποπλίσει ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξη (φοιτητές, εργάτες κ.ά.) και έχοντας κατοχυρώσει τον έλεγχο συγκεκριμένων θυλάκων. Παράλληλα, εκδίωξαν Ελληνοκυπρίους από περιοχές που θεωρούσαν οι ίδιοι ως αμιγώς τουρκοκυπριακές.

Όλα μαρτυρούσαν ότι Κιουτσούκ και Ντενκτάς δρούσαν προς το σκοπό της δημιουργίας προγεφυρωμάτων για μία ενδεχόμενη τουρκική επέμβαση και κατάληψη τμημάτων της Κύπρου.

 

 Η επιστολή Τζόνσον στον Ινονού και η συνάντηση Τζόνσον-Παπανδρέου

Στις 5 Ιουνίου 1964 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, απέστειλε επιστολή στον πρωθυπουργό της Τουρκίας, Ισμέτ Ινονού την οποία κοινοποίησε στον Έλληνα πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου. Σε αυτήν ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμιζε με κάθε τρόπο την έντονη αντίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών σε μία ενδεχόμενη τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο, καθώς αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο θέτοντας σε κίνδυνο τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ο Τζόνσον προχώρησε περαιτέρω χωρίς να μασήσει τα λόγια του: Σημείωσε ευθέως ότι μία τουρκική απόβαση στη μεγαλόνησο θα εξελαμβάνετο από τις ΗΠΑ ως αντινατοϊκή ενέργεια και θα είχε έμπρακτες αρνητικές συνέπειες στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ως προς τους εξοπλισμούς, ενώ παράλληλα σε διπλωματικό επίπεδο θα σήμαινε την απομόνωση της Τουρκίας χωρίς η Αμερική να επιθυμεί να παρέμβει για να της παράσχει οποιασδήποτε μορφής κάλυψη σε ένα ενδεχόμενο νέο καθεστώς που θα δημιουργείτο στο νησί.

Θεωρείται ότι η επιστολή αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση από πλευράς Τουρκίας. Όμως θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η πλήρης αποτροπή των τουρκικών σχεδίων επετεύχθη χάρει μόνο στην αποφασιστικότητα του Αμερικανού προέδρου. Τουναντίον, στη συνάντηση του Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου στα τέλη Ιουνίου 1964 στο Λευκό Οίκο ο Αμερικανός πρόεδρος σημείωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι μπορεί τη δεδομένη στιγμή η ενέργειά του να συνέφερε την ελληνική πλευρά, αλλά αυτό θα μπορούσε στο μέλλον να αλλάξει και γι’ αυτό η Ελλάδα όφειλε να συμπεριφέρεται «προσεκτικά».

Δεδομένων των τουρκικών επιθέσεων στην Κύπρο, που συνεχίζονταν και εντείνονταν με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, όλες οι πηγές μαρτυρούν ότι ο Τζόνσον γνώριζε για την αποστολή ελληνικής μεραρχίας στην  Κύπρο και δεν επιθυμούσε να ασχοληθεί περισσότερο με το ζήτημα, στο βαθμό που η ελληνική στρατιωτική παρουσία δεν θα προκαλούσε περισσότερα προβλήματα.

 

Οι τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις (8–9 Αυγούστου 1964)

Τον Αύγουστο του 1964 οι τουρκοκυπριακές δυνάμεις στον θύλακα της Τηλλυρίας (Κόκκινα/Ερένκιοϊ) συγκρούστηκαν σφοδρά με την Εθνική Φρουρά, αλλά και με άτακτες ελληνικές δυνάμεις. Τότε η Άγκυρα βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε για να θεωρήσει ότι απειλούνται οι Τουρκοκύπριοι και αποφάσισε άμεση στρατιωτική επέμβαση.

Στις 8 και 9 Αυγούστου 1964 η τουρκική πολεμική αεροπορία εξαπέλυσε εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές στην περιοχή της Τηλλυρίας, χρησιμοποιώντας ακόμη και βόμβες ναπάλμ. Οι επιθέσεις προκάλεσαν βαριές απώλειες και μεγάλες καταστροφές, συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και διεθνώς. Η Κύπρος ουσιαστικά δεχόταν αεροπορικό βομβαρδισμό χωρίς να διαθέτει αξιόλογη αντιαεροπορική άμυνα.

 

Η ελληνική αντίδραση και τα F-84F Thunderstreak

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου συγκάλεσε έκτακτο «μικρό» υπουργικό συμβούλιο στην Αθήνα με τη συμμετοχή του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Πέτρου Γαρουφαλιά και του Υπουργού Εξωτερικών, Σταύρου Κωστόπουλου. Το βασικό δίλημμα ήταν: Είτε η Ελλάδα θα περιοριζόταν σε διπλωματικά διαβήματα είτε ως εγγυήτρια δύναμη θα επεδείκνυε έμπρακτα στρατιωτική στήριξη στην Κύπρο, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα το ρίσκο ενός γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου.

Τελικά, ύστερα και από απεγνωσμένο αίτημα του προέδρου Μακαρίου και του υπουργού Εσωτερικών Πολύκαρπου Γεωρκάτζη για αεροπορική υποστήριξη από την Ελλάδα, αποφασίστηκε η αποστολή μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας F-84F Thunderstreak από την Κρήτη (βάση Σούδας) στην Κύπρο.

Σύμφωνα με πολλές πηγές, τα ελληνικά αεροσκάφη έφεραν περιορισμένα ή καθόλου εθνικά διακριτικά, ώστε να διατηρηθεί ένα περιθώριο «ελεγχόμενης εμπλοκής».

Η ιστορία απέδειξε ότι η απόφαση για την αποστολή των F-84F ήταν τελικά μία παρακινδυνευμένη μεν αλλά μετρημένη και πολύ καλά σχεδιασμένη κλιμάκωση, που έδειχνε αποφασιστικότητα χωρίς να φτάνει σε επίσημη κήρυξη πολέμου.

Το απόγευμα της 9ης Αυγούστου 1964 τέσσερα ελληνικά F-84F απογειώθηκαν από την 338 Μοίρα Διώξεως-Βομβαρδισμού στη Σούδα της Κρήτης με κατεύθυνση την Κύπρο. Στόχος τους ήταν η διέλευση πάνω από τη Λευκωσία και τη Μανσούρα με αντικειμενικό σκοπό την «επίδειξη σημαίας» και την αποτροπή της περαιτέρω εξάπλωσης της τουρκικής βομβαρδιστικής και επιθετικής προσπάθειας.

Η πρώτη εκείνη αποστολή αποτελείτο από τους εξής:

Νο 1 Σμηναγός Θεόδωρος Λουλουδάκης

Νο 2 Υποσμηναγός Δημήτριος Τρεμούλης

Νο 3 Υποσμηναγός Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος

Νο 4 Υποσμηναγός Δημήτριος Κλητοράκης

Με οριακή επάρκεια καυσίμων, οι τέσσερις αεροπόροι έφτασαν στην Κύπρο, βλέποντας ήδη από μακριά τη Μόρφου να καίγεται από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς. Χωρίστηκαν σε δύο ζεύγη. Το ένα κατευθύνθηκε προς τη Λευκωσία και το άλλο προς τη Μανσούρα. Δεδομένης της σιγής ασυρμάτου που είχαν τηρήσει, είχαν μεν γίνει αντιληπτοί από τους Άγγλους, αλλά αυτό δεν κατέστη αρκετό για να δεχθούν πυρά, εφόσον κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος για την ταυτότητα των αεροσκαφών. Το γεγονός αυτό μάλιστα έγινε αιτία τα αεροσκάφη να δεχθούν και ορισμένα σποραδικά φίλια πυρά από άνδρες της Εθνικής Φρουράς, ευτυχώς χωρίς αποτέλεσμα.

Ύστερα από λίγα λεπτά ο εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ΡΙΚ) μετά βίας μετέδιδε και τα λόγια του μπλέκονταν με τα δάκρυά του: «Αυτή τη στιγμή ελληνικά πολεμικά αεροπλάνα πετάνε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από τη Λευκωσία και τη Μανσούρα. Η μητέρα Ελλάδα δεν μας ξέχασε. Είναι εδώ!».

Όπως σημειώνει ο υποπτέραρχος (ε.α.) Γεώργιος Μήτσαινας στο μνημειώδες βιβλίο-ντοκουμέντο του «Ελληνικά φτερά στην Κύπρο», τα δύο ζεύγη αεροσκαφών πέταξαν σε χαμηλό ύψος με πλήρη ισχύ προκαλώντας το ταρακούνημα των σκεπών των σπιτιών και το τρίξιμο των τζαμιών τους. Όλοι οι Έλληνες βγήκαν έξω από τα σπίτια τους για να χαιρετήσουν τα αεροπλάνα ουρλιάζοντας από χαρά και εθνική υπερηφάνεια. Η εικόνα μικρών και μεγάλων να κουνούν τα χέρια τους και διάφορα αντικείμενα για να τους χαιρετήσουν θα έμενε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη των τεσσάρων Ελλήνων χειριστών.

Η αποστολή αυτή αναπτέρωσε το ηθικό των Ελληνοκυπρίων και από στρατιωτικής άποψης λειτούργησε ως η πρώτη ενέργεια «σκληρής αποτροπής» των τουρκικών σχεδίων που προέβαλε η Ελλάδα πάνω από την Κύπρο. Ακολουθήθηκε όμως από άλλες δύο επιχειρήσεις, δείγμα της πολύ καλής επιτελικής οργάνωσης που υπήρξε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, παρά τις τεχνικές δυσκολίες που συχνότατα παρουσιάστηκαν.

Η πρώτη από αυτές ήταν η αποστολή ελληνικών αεροσκαφών Harvard (T-6G), επίσης το απόγευμα της 9ης Αυγούστου 1964. Τα πληρώματα αποτελούνταν από τους εξής:

Νο 1 Σμηναγός Βασίλειος Κόττας και Υποσμηναγός Παναγιώτης Λυμπερόπουλος,

Νο 2 Σμηναγός Κυριάκος Αυγερινίδης και Αρχισμηνίας Πασχάλης Βροντίδης
Νο 3 Υποσμηναγός Γεώργιος Κάκαρης

Νο 4 Σμηναγός Γεώργιος Ρούσσος

Νο 5 Υποσμηναγός Γεράσιμος Κατσιγιάννης και ο Αρχισμηνίας Καψωμενάκης

Στόχος των Harvard ήταν η συνεργασία με αεροσκάφη Dornier που στάθμευαν στο αεροδρόμιο της Αθάλασσας. Τα Dornier αποτελούσαν τμήμα του ελληνικού Αεροπορικού Αποσπάσματος Κύπρου, το οποίο είχε αποστείλει η κυβέρνηση Παπανδρέου παράλληλα με τη μεραρχία. Τα Dornier επρόκειτο να ρίξουν φωτιστικές βόμβες για να καταδείξουν τα σημεία όπου επιχειρούσε η τουρκική αποβατική δύναμη.

Ενώ όλα ήταν έτοιμα για την επιχείρηση, αυτή ματαιώθηκε. Στις 10 Αυγούστου 1964 ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, Σίβερτ Νίλσεν, είχε στείλει επιστολές στον Ινονού και τον Μακάριο με τις οποίες ζητούσε από την Τουρκία να παύσει αμέσως τους βομβαρδισμούς και τη χρήση βίας και από την Κυπριακή Δημοκρατία να διατάξει τις ένοπλες δυνάμεις της να παύσουν πυρ. Έτσι, με διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης τα Harvard πήραν το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα.

Πριν τα ελληνικά Harvard φτάσουν στη Ρόδο, όπου θα προσγειώνονταν, τουρκικά αεροσκάφη RF-84F επιχείρησαν να παρέμβουν για να τα παρενοχλήσουν. Σύμφωνα με τον Γ. Μήτσαινα, οι Τούρκοι είχαν ενημερωθεί από τους Άγγλους για την επιστροφή των Harvard από την Κύπρο. Η παρενόχληση όμως δεν κατέστη δυνατή διότι τα Harvard πέταξαν σε πολύ χαμηλό ύψος, μη γενόμενα αντιληπτά από τα τουρκικά αεροσκάφη. Παράλληλα, ελληνικά μαχητικά F-86D απογειώθηκαν από το Καστέλι της Κρήτης για να αναχαιτίσουν τα τουρκικά μαχητικά πάνω από τη Ρόδο. Τα τουρκικά ραντάρ αντιλήφθηκαν την επικείμενη παρουσία των ελληνικών μαχητικών, ενημέρωσαν τα τουρκικά αεροσκάφη και τα τελευταία επέστρεψαν στην Τουρκία χωρίς να γίνει εμπλοκή.

Τρίτη και τελευταία αποστολή για το 1964, στο πλαίσιο της συντονισμένης ελληνικής αεροπορικής υποστήριξης της Κύπρου, ήταν η αποστολή φωτογραφικών αεροσκαφών στην Κύπρο λίγες ημέρες μετά την κατάπαυση του πυρός της 10ης Αυγούστου.

Τα αεροσκάφη ήταν τύπου  RF-84F Thunderflash και ανήκαν στην 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνώρισης (Μ.Τ.Α.), που έδρευε στη Σούδα.

Οι χειριστές που στελέχωσαν τα αεροσκάφη της συγκεκριμένης αποστολής ήταν οι εξής:

Νο 1 Επισμηναγός Ευθύμιος Ρούλιας

Νο 2 Υποσμηναγός Θεοφάνης Δημόπουλος

Νο 3 Υποσμηναγός Νικόλαος Παπαδόπουλος

Νο 4 Υποσμηναγός Σταύρος Δράνιας

Νο 5 Υποσμηναγός Ιωάννης Πρίντζιος

Νο 6 Υποσμηναγός Σέργιος Παπάσης

Οι Έλληνες πιλότοι απογειώθηκαν από τη Σούδα και έφτασαν στην Κύπρο με στόχο να φωτογραφίσουν σημεία στην Κερύνεια, τη Μόρφου και τον Άγιο Ιλαρίωνα. Από τους ανωτέρω χειριστές οι Ρούλιας, Δημόπουλος και Παπάσης παρενοχλήθηκαν επανειλημμένως από βρετανικά αεροσκάφη τύπου Lightning. Οι Άγγλοι χειριστές πέταξαν κοντά στους Έλληνες κάνοντας νεύματα σε εκείνους να αποχωρήσουν από την Κύπρο. Οι Έλληνες αδιαφορώντας συνέχισαν την αποστολή τους και τράβηξαν τις φωτογραφίες, όπως είχαν διαταχθεί. Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής της για τη Σούδα δεν αντιμετώπισαν κάποιο άλλο πρόβλημα, πέραν του γνωστού με τα περιορισμένα καύσιμα. Προσγειώθηκαν κανονικά στην Κρήτη έχοντας πετύχει στην αποστολή τους.

Οι παραπάνω αποστολές της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας αποδεικνύουν το προφανές, που όμως δέκα χρόνια αργότερα κατέστη τραγικό ζητούμενο: Όταν η Ελλάδα διέθετε υπεύθυνη ηγεσία, με θάρρος και σχέδιο, βρέθηκε σε θέση να οργανώσει μία άρτια στρατιωτική επιχείρηση και να στηρίξει εμπράκτως την Κύπρο, χαρίζοντάς της για μία δεκαετία την εθνική της αρτιμέλεια. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, τον απειλητικό εχθρό, τα συμφέροντα των διεθνών παραγόντων, τις εσωτερικές πολιτικές έριδες και βεβαίως τη συχνά εντονότατη διάσταση απόψεων μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, οι επιχειρήσεις του 1964 πραγματοποιήθηκαν επιτυχώς. Θα έπρεπε, επομένως, αυτό να είχε αποτελέσει έναν μεγάλο οδοδείκτη για τα μελλούμενα.

Το 1974 όμως οι εθνικές αβελτηρίες φάνηκαν εγκληματικά αξεπέραστες και η χαίνουσα πληγή της Κύπρου άνοιξε βαθιά  για να μας τις θυμίζει μέχρι σήμερα.


Σημείωση πηγής: Έγινε χρήση στοιχείων από το βιβλίο του Υποπτεράρχου (Ι) ε.α. Γεωργίου Δ. Μήτσαινα «Ελληνικά Φτερά στην Κύπρο: Επιχειρήσεις 1964-1974 όπως τις έζησαν και τις αφηγούνται οι πρωταγωνιστές», Αθήνα 2004.

Σημείωση του αρθρογράφου:

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στην ιερή μνήμη του παππού μου, Ταξιάρχου (Ι) ε.α. Δημητρίου Τρεμούλη και σε όλους τους συναδέλφους του, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες αεροπόροι που πέταξαν πάνω από τη μαρτυρική Κύπρο για να υποστηρίξουν τον αγώνα της για ελευθερία και εθνική αυτοδιάθεση. Τον αγώνα των ελεύθερων ανθρώπων να ζουν όρθιοι και να μην περπατούν σκυφτοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε εδώ το σχόλιό σας.

Δημοφιλείς αναρτήσεις